Βενετσιάνικες βινιέτες

 

thumb 70 vign.ve afisa

 

 

Πρωτοβουλία του Συλλόγου, έγινε στην Λέρο την 7 Ιουλίου 2017 στο Συνεδριακό χώρο του Πατριαρχείου γεμάτο κόσμο η παρουσίαση του βιβλίου της Αντωνίας Σακελλαρίου.

Η εκδήλωση άρχισε με το καλωσόρισμα του Προέδρου του ΑΙΑΛ, του Μητροπολίτη και του Δήμαρχου που συγχάρηκαν την συγγραφέα.

Παρουσίασαν το βιβλίο η Βίκυ Θεοτοκάτου, γιατρός, η Σιμέλα Παπαγεωργίου, εκπαιδευτικός,  και η Ηλέκτρα Κωστοπούλου, ιστορικός.

 

Έτσι λοιπόν μ` αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο, σε παίρνει η Αντωνία από το χέρι για να σου γνωρίσει πέντε μεγάλες πόλεις του κόσμου, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, από το 1797 μέχρι το 2007. Τη Βενετία, τη Θεσσαλονίκη, τη Μαδρίτη, μια κάποια μικρή λουτρόπολη στην Πελοπόννησο και τη Νέα Υόρκη, άρρηκτα δεμένη με τη Νέα Ορλεάνη και τον τυφώνα Κατρίνα.

Σε κάθε πόλη, η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος είναι πάντα ταραγμένη και κομβική. Συγκλονιστικές ανακατατάξεις, περιγράφονται με τόσες λεπτομέρειες που νομίζεις πως είσαι και εσύ εκεί και τις βιώνεις σαν ένα παράξενο δείγμα ανθρώπου που ζει εκατοντάδες χρόνια περιδιαβαίνοντας χώρες και ηπείρους, συμμετέχοντας σε αιματηρές λαϊκές εξεγέρσεις που καθόρισαν τη συνέχεια μέχρι και σήμερα. Και κάπου εκεί, ξεφυτρώνουν οι μικρές, ανθρώπινες ιστορίες, κάτι σαν παράπλευρη απώλεια στη μεγάλη εικόνα.

Μπλέκονται έτσι μαγικά, το μικρό ανθρώπινο παρόν με τα μεγάλα ιστορικά πεπραγμένα, και ο αναγνώστης μένει μόνος ν` ακολουθεί τους ήρωες προσπαθώντας να καταλάβει της ιστορίας τα τερτίπια.

[Βίκυ Θεοτοκάτου]          

 

Το γράψιμο της Αντωνίας  δεν γίνεται με λέξεις, με αφηρημένες έννοιες. Γίνεται με πράξεις, με σκηνές, με τη συμμετοχή των πέντε αισθήσεων. Η τροφή είναι κυρίαρχο στοιχείο στις ιστορίες του βιβλίου: η τροφή που τρως για να ζήσεις, η τροφή που απολαμβάνεις, η τροφή που σιχαίνεσαι, η τροφή που σε σκοτώνει.

Σχεδόν σε όλες τις ιστορίες υπάρχει το νερό και τα πλάσματά του: ερπετά, χέλια ή φίδια, σαύρες και βατράχια κι ακόμα καβούρια. Η ύπαρξή τους γεννά αντιθέσεις και φοβίες. Υπάρχουν όμως και τα πουλιά κι οι άγγελοι: τα φτερά τους, σύμβολο ελευθερίας, όργανο απόδρασης στον ουρανό, τα κόβει η σκληρότητα και η  αδιαφορία.

Το βιβλίο της Αντωνίας πρέπει να το διαβάσει κανείς με το βλέμμα ενός μικρού παιδιού, που πιστεύει ότι όλα μπορούν να συμβούν.

[Σιμέλα Παπαγεωργίου]          

 

Σαν εξπρεσιονιστικός πίνακας του περασμένου αιώνα, λοιπόν, ξεδιπλώνονται μπροστά στον αναγνώστη πέντε διαφορετικά παραπετάσματα καπνού, πέντε τόποι, πέντε χρόνοι. Το βιβλίο, με άλλα λόγια, δανείζεται πέντε φωνές για να πει μόνο μία, την ίδια πάντα, ιστορία.

Βενετία, είσοδος του 19ου αιώνα. Τέλος εποχής, παρακμή, καθεστωτική αλλαγή, ασφυκτικά γκέτο, δολοφονίες, δηλητήριο, ενοχοποίηση. Σαν μυθιστόρημα του Τόμας Μανν με αποστεωμένους, όμως, στρεβλούς ακόμη και τους σαγηνευτικούς δαίμονες του απαγορευμένου έρωτα.

Θεσσαλονίκη, Οθωμανική Αυτοκρατορία, είσοδος του 20ου αιώνα. Τέλος εποχής, παρακμή, καθεστωτική αλλαγή, ασφυκτική γραφειοκρατία, στοιχειωμένα σπίτια, στοιχειωμένες καρδιές. Σαν απόηχος της θλιμμένης λογοτεχνίας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, άνθρωποι ξεριζωμένοι και όμως ανίκανοι να κινηθούν.

Σεβίλλη, μεσοπόλεμος, ξεπεσμένη αριστοκρατία. Ένας φτωχός ίσκιος του Θερβάντες που δεν αξίζει ούτε για να πολεμήσει ανεμόμυλους, ο πόνος του διηγήματος είναι και αυτός χωλός, στερημένος κάθε μεγαλείου: ένας λαβύρινθος γεμάτος αγκάθια και τσουκνίδες. 

Μεταπολεμική Ελλάδα, εμφύλιος και χολιγουντιανές επελάσεις. Τέλος εποχής, παρακμή, καθεστωτική αλλαγή, επαρχιωτισμός, απελπισία, και πάλι θάνατος. Παράταιρη νότα με μέικ-απ δανεικό, μια χώρα μάσκα του εαυτού της που παντρεύεται την στέρηση και την ανία.

Τέλος εποχής, παρακμή, καθεστωτική αλλαγή, Αμερική. Η Αμερική των ονείρων και του εφιάλτη. Η πιο νέα, η πιο κραταιά, η πιο αδυσώπητη Αυτοκρατορία να κλυδωνίζεται και αυτή πια σαν μεθυσμένος Οθωμανός, έχοντας ξοδέψει όλο το χρυσάφι της δύναμής της στου πεπρωμένου τα καζίνα.

[Ηλέκτρα Κωστοπούλου]          

 

Στο τέλος, πήρε τον λόγο η συγγραφέας, η οποία ευχαρίστησε τον σύλλογο για την διοργάνωση της εκδήλωσης και τους παρόντες, καθώς και όλους όσους συνεργάστηκαν για την έκδοση του βιβλίου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι παρεμβάσεις των ομιλητών ήταν εικονογραφημένες με της φωτογραφίες από την έκθεση Η Βενετία στα παράθυρά της του Riccardo Zipoli, με περιληπτικές μετάφραση στα ιταλικά.

Αποσπάσματα από τα πέντε κεφάλαια του βιβλίου και την σχετική μετάφραση στα ιταλικά διάβασαν η Φανή Ιωαννίδου και η Κιάρα Μπραμπίλα.

 

ΙΩΣΗΦ ΛΟΥΤΖΑΝΙ - Βενετία, 1797

Ο γιατρός Λουτζάνι έκοψε την πολέντα του προσεκτικά σε μικρές, όσο μπορούσε πιο ίσιες, λωρίδες και τις έφαγε όλες τη μια μετά την άλλη. Όταν άρχισε να γράφει, ένιωσε πως τελείωνε μια μακρά περίοδος απραξίας. Η μελαγχολική πένα του σύρθηκε για λίγο πάνω σ` ένα φτηνό, σκληρό χαρτί όπου σημείωσε: «Η Γαληνοτάτη βυθίζεται….» Ο Ιωσήφ Λουτζάνι αισθανόταν τους κλυδωνισμούς της κάτω από την επήρεια του αψεντιού. Το νερό έφτανε στα γόνατά του αλλά εκείνος εξακολουθούσε να γράφει, ενώ έξω στην πιάτσα οι Γάλλοι γιόρταζαν τη Δημοκρατία με φανφάρες. Και τότε ένιωσε κάτω από τα πόδια του την πόλη να αποκόπτεται από τα αρχαία θεμέλιά της και να ταξιδεύει σαν γαλέρα στη λιμνοθάλασσα.

 

ΠΑΥΛΟΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ - Θεσσαλονίκη, 1909

«Ο εχθρός της Δημοκρατίας είναι σάρκα από τη σάρκα μας αφού ρέει στις φλέβες του λίγο αίμα των Καντακουζηνών. Της Ελένης, που είχαν δώσει στους Τούρκους για να διασφαλίσουν τα σύνορα μιας αυτοκρατορίας καταδικασμένης, εν τη γενέσει της, να πεθάνει. Και τώρα ήρθε η σειρά του να πληρώσει για τους ανάξιους δούλους, που είχαν δηλητηριαστεί για να ζήσει εκείνος, και τη φρουρά του, που ορκιζόταν στη σκιά του Αλλάχ πάνω στη γη, μέχρι που δεν έμεινε κανένας για να θυμίζει τις μέρες της δόξας του. Ύστερα άρχισαν οι εφιάλτες. Σχεδόν κάθε νύχτα έβλεπε πως είχε μείνει μόνος του γιατί δεν υπήρχε κανένας να τον υπερασπιστεί, τους είχε θυσιάσει όλους στο βωμό της ματαιοδοξίας του, αφού ήταν ένας βασιλιάς χωρίς υπηκόους, μια μαριονέτα στα χέρια των ισχυρών και του όχλου, που τον κομμάτιαζε κι έπαιρνε τα κομμάτια του για φυλαχτό. Μια στάλα από το μαύρο αίμα του θεράπευε όλες τις αρρώστιες του σώματος και της ψυχής. Ήταν ένα μαρτύριο που κρατούσε τόσο λίγο, ώστε δεν έμεινε τίποτε από εκείνον, μόνο η σκιά του έτρεμε ακόμα στις πλάκες το δρόμου…»

 

ΕΣΤΕΜΠΑΝ ΜΟΡΑΛΕΣ - Σεβίλλη, 1938

Λίγες μέρες πριν τον σκοτώσουν, ο πάδρε Λεόν έκανε μια λειτουργία για τα πεθαμένα παιδιά κι έψαλε άρρυθμους, συγκοπτόμενους ύμνους που ξέφευγαν από την ανοιχτή στέγη. Σχεδόν ταυτόχρονα, μπορεί πριν ή λίγο μετά τις τελευταίες ημέρες του πάδρε Λεόν, ο Πάμπλο Νερούδα έγραφε:

«Το αίμα των παιδιών έτρεχε στους δρόμους χωρίς φασαρία, σαν αίμα παιδιών».

Ο πάδρε Λεόν θρηνούσε για τους «μικρούς, αθώους και αθόρυβους θανάτους» μετέχοντας σε μια λύπη που δεν του ανήκε, κι έκλαιγε με λυγμούς, με γυρισμένη την πλάτη στο εκκλησίασμα και το βλέμμα του στις κλειστές πύλες του Παραδείσου. Ο «ιερόσυλος παπάς», όπως θα τον χαρακτήριζε την επόμενη μέρα ένα άθλιο έντυπο – υποχείριο της πιο σκληροπυρηνικής πλευράς των εθνικιστών – δεν έψαχνε την αιτία για τους βομβαρδισμούς στις μεγάλες πόλεις γιατί ήταν αδύνατος στους συσχετισμούς, μόνο τα γεγονότα έβλεπε με την ξεκάθαρη ματιά του αποστασιοποιημένου.

 

ΑΜΑΛΙΑ - Πελοπόννησο, 1964

Άνοιξε στην τσακισμένη σελίδα και διάβασε δυο τρεις φορές τον «Βασιλιά της Ασίνης» κι ένιωσε να κρυώνει, «θα φταίνε οι παγωμένες πέτρες των ξεχασμένων παλατιών, η ψυχρή πνοή των χαλασμάτων, η ασταθής ύπαρξή τους μέσα σ` έναν τόσο βαθύ χρόνο. Σαν την Αμαλία μιλάω», σκέφτηκε, «από την ταλαιπωρία θα `ναι», αλλά δεν ησύχασε, μόνο συνέχισε να ψάχνει σαν τους κουρασμένους ποιητές το νόημα μιας μικρής λέξης, το δικό της «τίποτα» που ξαφνικά δεν άντεχε να σηκώνει. Ήταν κι εκείνο το ίχνος, όχι του ποιητή, «αυτά είναι αδειανές κουβέντες», είπε σιγανά, «ούτε του πεθαμένου βασιλιά, ποιος μπορεί να λυπάται ύστερα από τόσα χρόνια», αλλά το σχήμα του κορμιού της Αμαλίας, σχεδιασμένο πρόχειρα στο πάτωμα με κιμωλία, εκεί που την είχαν βρει σκοτωμένη.

 

ΣΙΜΟΝ - Nέα Υόρκη, 2007

Η Σιμόν Μιράντα Μαρία Ροσάριο ντε λα Μολ πέθανε πριν προλάβει να δει να εκλέγεται ο πρώτος έγχρωμος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Τη βρήκαν καθιστή στο κρεβάτι της να «διαβάζει τη Βίβλο με την καρδιά της», όπως θα έλεγε η γιαγιά της η Ντάντα αν ζούσε, αφού το μυαλό της είχε επιστρέψει στο Νότο για να μείνει εκεί, στη μεριά του κήπου που φύτρωναν κάθε χρόνο μοναχικές, ξεβλαστωμένες φασολιές. Ήταν μια δύσκολη διαδρομή, ωστόσο οριστική και αμετάκλητη, και η Σιμόν ησύχασε πια συμβιβασμένη με το παρελθόν της, απαλλαγμένη από όλους τους παλιούς φόβους, η μικρή, άτακτη και τρομαγμένη Σιμόν, ένα κουβαράκι στην άκρη του κρεβατιού, ένα σώμα αδειανό στην άκρη του κόσμου.

 

 

 

 

LAST NEWS

member login